Ἀντρὲ Μαρὶ Ἀμπὲρ. Andre
Marie Ampere (1775-1836)
Ἔχει ἐργαστεῖ σὲ πλῆθος ἐπιστημονικῶν θεμάτων τῆς Φυσικῆς, τῶν Μαθηματικῶν, τῆς Φιλοσοφίας, τῆς Βιολογίας, τῆς Γλωσσολογίας, τῆς Ἀνατομίας κ.α., φυσικὰ ὄχι πάντα μὲ εὐδιάκριτα καὶ ἀξιόλογα ἀποτελέσματα, κυρίως λόγω τοῦ ἄστατου χαρακτῆρα του. Γεννήθηκε στὴ Lyon, ὁ πατέρας τοῦ δολοφονήθηκε στὰ χρόνια της μεγάλης ἐπαναστάσεως.
Ὁ Ἀμπὲρ ἔδειξε ἐντυπωσιακὴ εὐφυία ἤδη σὲ μικρὴ ἡλικία. Λέγεται ὅτι ἔμαθε λατινικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσαν τὴν «ἐπίσημη» γλῶσσα τῆς ἐπιστήμης ἐκείνη τὴν ἐποχή, μέσα σὲ δύο ἑβδομάδες. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ἤδη σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν διάβαζε τὰ περίπλοκα ἔργα τῶν Bernoulli καὶ τοῦ Euler. Τὸ 1804 ὁ Ampere ἔγινε, σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν, καθηγητὴς στὸ Πολυτεχνεῖο, φαινόμενο περίπου πρωτοφανὲς γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἀσχολήθηκε μὲ προβλήματα τῆς Χημείας καὶ συναγωνιζόταν μὲ τὸν Avogadro σὲ θέματα τῆς ἀτομικῆς θεωρίας ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Στὰ ἑπόμενα πέντε χρόνια ἀσχολεῖται, ἂν καὶ μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν ὡς μαθηματικός, μὲ ζητήματα Ψυχολογίας καὶ Μεταφυσικῆς.
Τὸ 1820, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν ἀνακάλυψη τοῦ Oersted (ἐπίδραση ρεύματος στὸν προσανατολισμὸ μαγνητικῆς βελόνας), ὁ Ἀμπέρ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν Ἠλεκτρομαγνητισμό. Ἤδη μετὰ ἀπὸ μελέτη μερικῶν ἑβδομάδων θεμελιώνει τὴν ἄποψή του ὅτι οἱ μαγνητικὲς δράσεις προκαλοῦνται ἀπὸ τὸ κινούμενο καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἀκίνητο ἠλεκτρικὸ φορτίο. Μέχρι τὸ 1826 ἐπεξεργάζεται ὁ Ἀμπὲρ τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴν ἀλληλένδετη ἐμφάνιση τοῦ ΜΠ μὲ τὸ ἠλεκτρικὸ ρεῦμα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ «νόμο τοῦ διαρρεύματος». Αὐτὸς ὁ νόμος ἀναγνωρίστηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸν Maxwell ὡς ὑποπερίπτωση τῆς λεγόμενης σήμερα «πρώτης ἐξισώσεως Maxwell». Τοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς εἶχε ἐντυπωσιάσει ἡ ἀντιδικία του μὲ τοὺς Biot καὶ Savart γιὰ τὴν ὀρθότητα τοῦ νόμου τους σὲ σύγκριση μὲ τo δικό του. Τελικὰ ἀποδείχθηκε ὅτι καὶ οἱ δύο νόμοι περιγράφουν μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὴν ἴδια
πραγματικότητα.
Ὁ Ἀμπὲρ ἀναγνωρίζει ἐπίσης τὸ σωληνοειδὲς πηνίο ὡς μαγνητικὰ ἰσοδύναμο μὲ τὴ ράβδο μόνιμου μαγνήτη. Ἀνακαλύπτει ἀκόμα τὴν ἐνισχυτικὴ δράση στὸ ΜΠ ποὺ δημιουργεῖ ἡ εἰσαγωγὴ σιδήρου στὸ σωληνοειδὲς πηνίο. Ἐπίσης, εἰσάγει τὶς ἀσαφεῖς γιὰ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἔννοιες τῆς ἠλεκτρικῆς τάσης καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος γιὰ νὰ διακρίνει «τὶς μορφές, μὲ τὶς ὁποῖες παρουσιάζεται ἡ ἠλεκτρομαγνητικὴ δράση», ὅπως ἐξηγοῦσε σὲ μία ἀνακοίνωσή του στὴν Ἀκαδημία. Τὸ 1926 γίνεται ὁ Ἀμπὲρ καθηγητὴς σὲ ἕδρα Φυσικῆς, ὅποτε παύει νὰ ἀσχολεῖται μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη καὶ ἐπιδίδεται σὲ ἄλλες μελέτες, ἀρχικὰ φιλοσοφικοῦ περιεχομένου, ἀργότερα μὲ θέματα ἀπὸ τὴ Βιολογία, τὴν Ἀνατομία κ.α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου